





Ελληνικό φαγητό, εργατικές τιμές. Υπάρχει κάτι τέτοιο πλέον;
Οταν πας σε κερνάνε ψωμάκι φρυγανισμένο με τυρακια και ελιές, όταν φεύγεις πάντα έχεις κέρασμα γλυκό ή παστέλια ή μωσαϊκό. Κάθε καλοκαίρι είμαι εκεί. Το μόνο κακό είναι το σέρβις, έχουν πολλή δουλειά και τρέχουν συνέχεια. Κατά τα άλλα είναι από τις καλύτερες ταβέρνες που έχω πάει ποτέ. Το σουβλάκι κοτόπουλο το έχουμε φάει το μισό.
Να πω ότι έχει μια φοβερή διαδρομή που αξίζει να την κάνεις με μηχανή σε όσους οδηγούν, επιπλέον έχει και μια πανέμορφη θάλασσα. Αξίζει η επίσκεψη.
Από τιμές, όσο θυμάμαι. Το ψάρι 50 ευρώ το κιλό, 5 ευρώ το μισό κιλό λευκό, 5 ευρώ τα χόρτα, 5 ευρώ η ταραμοσαλάτα, 8 ευρώ η πίτα, 9 ευρώ η σαρδέλα.
Πήραμε κα κεφτεδάκια καβουριού τα οποία δεν φωτογράφισα καθώς με στεναχώρησαν πολύ. Δεν ήταν καθόλου μα καθόλου στις γεύσεις μας, ΚΑΘΟΛΟΥ όμως. Δεν ξέρω αν θα ξανά πήγαινα σε αυτό το μαγαζί
Δεν είχαμε κεράσματα ούτε για καλωσόρισμα ούτε για το αντίο. Το προσωπικό ήταν πολύ ευγενικό αν και αρκετά μπερδεμένο. Οι τουαλέτες πολύ καθαρές και ο έξω χώρος που κάτσαμε. Επιπλέον πήραμε 500 μλ κρασί ροζέ στα 5 ευρώ.
Ο Μάστρο-Σκάμος: ο άνθρωπος που δεν μπήκε ποτέ σε ταμπέλα
Κάπου στη νότια παραλιακή, από Γλυφάδα και πέρα, εκεί που η άμμος ακουμπάει τη θάλασσα και λίγο πιο δίπλα αρχίζουν τα βραχάκια, υπήρχε μια ψαροταβέρνα.
Δεν είχε όνομα.
Ή μάλλον είχε — αλλά όχι γραμμένο.
Την έλεγαν όλοι:
«στου Μάστρο-Σκάμου»
ή
«στου Σκαμουδάρη».
Ο Σκαμουδάρης ήταν ψαράς.
Όχι απλά ταβερνιάρης.
Με άσπρο μουστάκι, ροδαλά μάγουλα, ηλιοκαμμένος και θαλασσοκαμμένος, με εκείνο το μπυροκοίλι της ηλικίας και μια τραγιάσκα που φορούσε καμιά φορά, ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν προσπαθούσαν να εντυπωσιάσουν.
Δεν χρειαζόταν.
Δεν υπήρχε μενού.
Καθόσουν σχεδόν μέσα στο κύμα και έλεγες:
«Μάστορα, τι καλό έχεις σήμερα;»
Και αυτός ήξερε.
Δεν σου έφερνε “πιάτα”.
Σου έφερνε τη μέρα του — ό,τι είχε βγάλει η θάλασσα.
Γύρω του έτρεχαν τα εγγόνια του στην άμμο.
Τα παιδιά του ήταν εκεί, αλλά δεν είχαν ιδέα από τη δουλειά όπως εκείνος.
Γιατί αυτό που είχε ο Μάστρο-Σκάμος δεν διδάσκεται.
Ή το έχεις… ή δεν το έχεις.
Και όταν τον έπιαναν τα ντέρτια του,
έριχνε και μια στροφή.
Ήσυχα.
Σαν να μιλούσε μόνος του — ή με τη θάλασσα.
Ο κόσμος δεν έλεγε “πάμε για φαγητό”.
Έλεγε:
«Για ψαράκι; Μόνο στου Σκαμουδάρη.»
Και αυτό ήταν αρκετό.
Σήμερα, αν ψάξεις να τον βρεις, δεν θα τον βρεις.
Δεν υπάρχει ταμπέλα.
Δεν υπάρχει καταχώριση.
Δεν υπάρχει χάρτης.
Ίσως το μαγαζί να χάθηκε.
Ίσως να άλλαξε.
Ίσως να το πήρε ο χρόνος — όπως παίρνει τόσα από την παραλιακή.
Αλλά ο Μάστρο-Σκάμος υπάρχει ακόμα.
Υπάρχει κάθε φορά που κάθεσαι σε μια τίμια ψαροταβέρνα και λες:
«φέρ’ ό,τι έχεις καλό»
Υπάρχει σε κάθε μάστορα που σέβεται το ψάρι και τον άνθρωπο.
Και αν σήμερα σε στείλουν κάπου για καλό ψάρι,
και είναι όντως καλό — τίμιο, απλό, χωρίς φτιασίδια —
μπορείς να πεις:
«Μοιάζει λίγο με του Σκαμουδάρη…
αλλά δεν είναι ο Μάστρο-Σκάμος.»
Γιατί τέτοιοι άνθρωποι δεν αντιγράφονται.
Μόνο θυμούνται.
Και όσο τους θυμόμαστε,
δεν χάνονται ποτέ…
Ψάχνω να τη βρω… όποιος γνωρίζει ας μας πει…